Βράχο έκοψε από τον Άθωνα ο Θεός -τους Κολλυβάδες- που σαν μετεωρίτης θαυμαστός στάθηκε πάνω από τα νησιά του Αιγαίου και έβλυσε κρούνους ύδατος ζώντος. Από αυτούς ποτίσθηκαν και ήπιαν οι Γεροντάδες, που τα κρείττονα και τα μείζονα επιζητούσαν. Επάξια στοιχήθηκαν στην παράδοση και έσυραν τον χορό των Οσίων Κολλυβάδων λόγω τε και έργω.
Βράχια τους έστειλε ο Θεός στην ακροθαλασσιά της απιστίας και της διαφθοράς και στάθηκαν και στέκονται μέχρι την συντέλεια των αιώνων. Εκεί θα σκάσουν τα κύματα και πάνω τους θα σπάσουν και ο Χριστός θα βασιλέψει και το Ευαγγέλιο και οι παραδόσεις των Πατέρων θα ποτίζουν και θα ταΐζουν τον λαό της ξεστρατησιάς.
Αυτοί οι Όσιοι είναι τα καυχήματά μου, το αποκούμπι μου, το αγαλλίαμα της καρδιάς μου. Δεν υπήρξα άξιος – μόνον ταπεινά προσπάθησα να περπατήσω στα ίχνη τους. Την συνδρομή τους αναμένω εν τη εσχάτη ώρα».
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο της έκδοσης)








